Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Άσκηση Τρίτη: Εστιάζουμε σε ένα χαρακτήρα

...που δε σημαίνει ότι απλά περιγράφουμε έναν ήρωα, πράγμα που από μόνο του μπορεί να είναι συναρπαστικό। Σημαίνει επίσης ότι μπαίνουμε στον ψυχισμό του, προσπαθούμε να τον ζωντανέψουμε τόσο ώστε να γίνει σχεδόν αληθινός। Προσοχή: αν τα καταφέρουμε πολύ καλά μπορεί και να ξεφύγει από τον έλεγχό μας, να αρχίσει να κάνει τα δικά του μέσα στο κείμενό μας। Αυτή είναι μια εμπειρία μοναδική και σας την εύχομαι ολόψυχα।
Προσπαθήστε να μην είναι ο ήρωάς σας κατευθείαν το alter ego σας και αν είναι δυνατόν να μην τον πεθάνετε στο τέλος.
Ακολουθεί ένα παράδειγμα που μου παραχώρησε ευγενικά ο φίλος και δόκιμος συγγραφέας Αλέξης Αθανασιάδης. Πέρα από την εξαιρετική νομίζω εμβάθυνση σε ένα χαρακτήρα, είναι πολύ ενδιαφέρον και το τέλος της ιστορίας. Σε πείσμα όσων μας ταΐζει η κινηματογραφική βιομηχανία, για να είναι ένα τέλος λυτρωτικό δεν είναι ανάγκη να είναι και ευτυχές.
Καλή δουλειά, να απολαύσετε το γράψιμο και να απολαύσουμε την ανάγνωση. Καλή αντάμωση την Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου, την τρίτη ώρα.
Κ.Κ.


Μαίρη
του Αλέξη Αθανασιάδη

Ο κήπος αγκαλιάζει τις τρεις πλευρές του σπιτιού. Η τέταρτη ακουμπάει πάνω στο διπλανό σπίτι. Από το δρόμο δε φαίνεται ο κήπος γιατί μια συστάδα έλατα κόβει τη θέα. Το καλύτερο σημείο για να δει κανείς είναι από το πλάι, επειδή τα λιγούστρα εκεί δεν είναι αρκετά ψηλά, μόλις που ξεπερνούν το χτιστό μαντρότοιχο. Είναι το παρτέρι τους στενόμακρο, με λίγο βάθος και δε μπορούν να πατήσουν καλά.
Μέσα σε αυτό το παρτεράκι, είναι ξαπλωμένος ένας μεγαλόσωμος σκύλος. Ανασαίνει δύσκολα. Δεν έχει ξαναχωθεί ποτέ εκεί, αλλά σήμερα μάλλον είναι μια ειδική μέρα. Τέτοια, που η κυρά του είναι συνέχεια από πάνω του. Από το πρωί, μόνο λίγο μπαίνει μέσα στο σπίτι και αμέσως πάλι πετάγεται έξω, πάει πάνω από το σκυλί, του λέει λόγια τρυφερά, του προσφέρει χάδια χωρίς να σκέφτεται μήπως της τελειώσουν. Ξέρει ότι μόνο σήμερα έχει για να ξοδέψει πάνω του όσα μπορεί περισσότερα και αυτή η σκέψη έχει κάνει τα μάτια της να φαίνονται πράσινα έτσι όπως είναι βουρκωμένα. Μια ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια της έχει σήμερα την τιμητική της και σκάβει το πρόσωπό της. Συνήθως καταφέρνει να την κρύβει. Προτιμά να την κοιτούν στα μάτια γιατί ξέρει ότι είναι εφηβικά, όπως ακριβώς η ψυχή της. Της αρέσει να τα κοιτούν και να ξεχνούν ότι η γυναίκα αυτή έχει εδώ και δέκα χρόνια ένα γιο που μόλις γεννήθηκε τη σταύρωσε. Ίσως έφταιξε που ήταν συνομήλικη με το Χριστό τότε.
Κάπου είχε διαβάσει ότι τα σκυλιά δεν πεθαίνουν στη γωνιά τους. Προτιμούν να απομακρύνονται όταν καταλαβαίνουν το τέλος τους. Γι’ αυτό τον είχε αφήσει μέσα στο παρτέρι μέχρι τώρα. Όμως ο ουρανός θα ανοίξει από στιγμή σε στιγμή, η μπόρα πλησιάζει, δεν πάει η καρδιά της να αφήσει το ζωντανό, για πόσο ακόμα, να μουσκέψει. Σκύβει και προσπαθεί να το σηκώσει, πρώτα τα πόδια, μετά το κεφάλι. Δε μπορεί. Το σκυλί είναι βαρύ. Στέκεται στη μέση του κήπου, χωρίς να σκέφτεται ότι τα μαλλιά της έχουν κολλήσει στο πρόσωπό της, ούτε πως τα πολύχρωμα πρόχειρα ρούχα είναι γεμάτα λάσπες και τρίχες. Το μόνο που τη νοιάζει είναι να κρατήσει το σκύλο στεγνό.
Δεν αφήνει χώρο για τίποτα άλλο στο μυαλό της, γιατί δε ξέρει τι θα έρθει να γεμίσει το κενό.
Φέρνει ένα σεντόνι, φωνάζει τον άντρα και τα παιδιά της για βοήθεια, πιάνουν το σκυλί και το πάνε κάτω από το υπόστεγο. Στη θέση του. Δίπλα στο σπιτάκι του. Αυτό κουνάει το πόδι και εκείνη δε καταλαβαίνει αν τη χαιρετάει ή αν διαμαρτύρεται που το ξεβόλεψε. Είναι όμως κοντά του και δε το αφήνει, μέχρι που ο σκύλος σταματάει να αναπνέει. Τότε το κλάμα της ελευθερώνεται. Πέφτει πάνω στο σκυλί και το λέει πολλές φορές «αγάπη μου» ενώ το χαϊδεύει με δύναμη. Θρηνεί το θάνατο για να τον κρατήσει μακριά. Αγαπάει τη ζωή, τώρα πιο πολύ.
Η Μαίρη αγκαλιάζει τους τρεις συντρόφους της ζωής της. Ο τέταρτος ακουμπάει κάτω από το υπόστεγο, ήσυχος πια.

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

ΒΗΜΑ ΤΡΙΤΟ (8 Δεκεμβρίου): Αύριο το πρωί πρέπει να έχω τελειώσει μια ιστορία

Συμβουλές πρώτης ανάγκης σε στιγμές δημιουργικού πανικού

Α. Αρχίζω
1. Σκιαγραφώ χαρακτήρες, στόχο, ύφος, σενάριο...χωρίς τη λεκτική ένδυση
2. Σκεφτείτε δύσκολες, εξαίσιες, ασυνήθεις στιγμές της ζωής (σας)
3. Mind-mapping: μια λέξη στο κέντρο μιας λευκής σελίδας και τα συνειρμικά της πλοκάμια

Β। Αναζητώ μια ενδιαφέρουσα πρώτη παράγραφο.

Γ. Δημιουργώ χαρακτήρες/ τους δίνω ζωή/ Δεν είμαι εγώ

όνομα
ηλικία
δουλειά
εθνικότητα
εμφάνιση
διαμονή
αγαπημένο χρώμα
φίλοι
οικογένεια
φαγητά
ποτά
στέκια
φοβίες
λάθη
ελαττώματα
ζώα
ασχολίες
εμμονές
τι μισεί
τι αγαπάει
σε τι έχει αδυναμία
θρησκεία
ισχυρές μνήμες
ασθένειες
τι τον εκνευρίζει /ηρεμεί
συνήθειες στον ύπνο
τικ

Δ. Η οπτική γωνία
- το α’ πρόσωπο: ενώνει αφηγητή ήρωα και αναγνώστη με μια σειρά από μυστικά/ οριοθετεί τις σχέσεις του αναγνώστη με τους άλλους ήρωες
- το β’ πρόσωπο: ο αναγνώστης γίνεται κι ο ίδιος ήρωας, αντιμετωπίζει άμεσα τις δυνατότητες που προκύπτουν από την ιστορία
- το γ’ πρόσωπο (απεριόριστη γνώση): το βάρος στον αφηγητή, παθητικός αναγνώστης
- το γ’ πρόσωπο (περιορισμένη γνώση): το βάρος στον αναγνώστη, που έτσι γίνεται πιο ενεργός.

Ε. Γράφω ένα διάλογο με νόημα – αποδίδω δυναμικά και όχι στατικά ένα χαρακτήρα και τα συναισθήματά του:
Ο Νίκος βλέπει τη γυναίκα του τη Μαίρη ένα Σάββατο πρωί να ετοιμάζεται για βόλτα στα μαγαζιά. Όμως την προηγούμενη ημέρα έχει ο ίδιος εξαντλήσει όλες τις πιστωτικές κάρτες χωρίς να έχει τολμήσει να της το πει.

- Ο Νίκος σηκώθηκε. «Εε, για πού τόβαλες;΄»
- «Πού πας;» είπε ο Νίκος κοιτάζοντας κατάματα τη Μαίρη.
- Βαθιά αναπνοή. Ή τώρα ή ποτέ. «Πού πηγαίνεις;»

Ας συνεχίσουμε το παιχνίδι
- «Πού πηγαίνεις;» ο Νίκος έκανε ένα δυνατό κρακ με τα δάχτυλά του ενώ κοιτούσε το πάτωμα.
- «Στα μαγαζιά» η Μαίρη απάντησε κρατώντας την πόρτα μισάνοιχτη, λίγο πριν βγει, και κοιτώντας το σκυμμένο κεφάλι του Νίκου.
- «Θα έλεγα πως όχι» ίσα-ίσα που ακούστηκε η φωνή του Νίκου «Έχουν γεμίσει όλες οι κάρτες μας».

Κι ας κάνουμε μια σειρά από ανεπαίσθητες αλλαγές.

- «Πού πηγαίνεις;» Ο Νίκος έκανε ένα δυνατό κρακ με τα δάχτυλά του ενώ κοιτούσε το πάτωμα. «Στα μαγαζιά.»

Η Μαίρη απάντησε κρατώντας την πόρτα μισάνοιχτη, λίγο πριν βγει, και κοιτώντας το σκυμμένο κεφάλι του Νίκου. «Θα έλεγα πως όχι».

Ίσα-ίσα που ακούστηκε η φωνή του Νίκου «Έχουν γεμίσει όλες οι κάρτες μας».

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

ΒΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

Δυστυχώς το δημοσιεύω εκ των υστέρων.Για κάποιο λόγο είχα αποκλειστεί από το ιστολόγιο και δεν μπορούσα να αναρτήσω.
Έτσι θα αναρτήσω αναδρομικά το βήμα που κάναμε, και θα προσπαθήσω μέχρι την Παρασκευή να προσθέσω όσα θα επιχειρήσουμε την ερχόμενη Τρίτη, 8 Δεκέμβρη. Να θυμίσω ότι περιμένουμε να μας διαβάσετε τη σύντομη ιστορία σας. Καλή δουλειά.

ΒΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ: Μπροστά στη λευκή σελίδα

- Δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω

- Δεν έχω ιδέες

- Δεν έχω θέμα, δεν ξέρω για τι να γράψω

- Δεν έχω αρκετη φαντασία

Θέλω όμως να γράψω, πρέπει κάτι να γράψω, δε γίνεται να περάσει κι αυτή η μέρα και να μην έχω γράψει τίποτα, αν κι αυτήν την ημέρα δε γράψω τίποτα είμαι ένα τίποτα.

Ιδού μερικά φάρμακα (δε φέρνουν πάντα αποτέλεσμα)

α. Πού κρύβεται η ιστορία;

- Στη ζωή

- Στην εφημερίδα

- Στην ιστορία ενός άλλου

- Στα βιώματά μας

- Οπουδήποτε

Το χαοτικό σημειωματάριο

- Η καθημερινή συνήθεια της καταγραφής-συγγραφής

- Το βραδινό τέταρτο, οι αισθήσεις του ντετέκτιβ και οι αισθήσεις του συγγραφέα

β. Ο γοητευτικός χαρακτήρας και η λευκή σελίδα

- Το παράδειγμα του Καισαρίωνα

γ. Τι θα γινόταν αν…

- Αποδομώντας την πραγματικότητα

- Αποδομώντας μια άλλη ιστορία

δ. Η πρώτη παράγραφος – η πρώτη γραμμή: σπουδαίες γεννήτριες


Οι συνθήκες της συγγραφής και τα αποσιωπητικά της έμπνευσης: Καισαρίων (Κ. Π. Καβάφης -1918)

Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή,

εν μέρει και την ώρα να περάσω,

την νύχτα χθες πήρα μια συλλογή

επιγραφών των Πτολεμαίων να διαβάσω.

Οι άφθονοι έπαινοι κ’ η κολακείες

εις όλους μοιάζουν. Όλοι είναι λαμπροί,

ένδοξοι, κραταιοί, αγαθοεργοί·

κάθ’ επιχείρησίς των σοφοτάτη.

Aν πεις για τες γυναίκες της γενιάς, κι αυτές,

όλες η Βερενίκες κ’ η Κλεοπάτρες θαυμαστές.

Όταν κατόρθωσα την εποχή να εξακριβώσω

θάφινα το βιβλίο αν μια μνεία μικρή,

κι ασήμαντη, του βασιλέως Καισαρίωνος

δεν είλκυε την προσοχή μου αμέσως.....

A, να, ήρθες συ με την αόριστη

γοητεία σου. Στην ιστορία λίγες

γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,

κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου.

Σ’ έπλασα ωραίο κ’ αισθηματικό.

Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει

μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά.

Και τόσο πλήρως σε φαντάσθηκα,

που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν

η λάμπα μου —άφισα επίτηδες να σβύνει—

εθάρρεψα που μπήκες μες στην κάμαρά μου,

με φάνηκε που εμπρός μου στάθηκες· ως θα ήσουν

μες στην κατακτημένην Aλεξάνδρεια,

χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου,

ελπίζοντας ακόμη να σε σπλαχνισθούν

οι φαύλοι —που ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίη»


Μου αρέσουν ιδιαίτερα εκείνα τα αποσιωπητικά μετά το "αμέσως": Η στιγμή που από την καθημερινότητα περνάμε στην ποίηση, από τους πεζούς ανθρώπους στον ποιητικό ήρωα παραμένει μυστική. Ακόμα περισσότερο, άρρητη.